ἔθιμος

ἔθ-ιμος, ον,
A accustomed, usual,

ἔθιμόν [ἐστί] μοι D.S.29.32

;

τὰν ἔ. τοῖς ἐφήβοις θυσίαν Supp.Epigr.1.327.3

([place name] Callatis);

ὁ ἔ. Ῥωμαίων ὅρκος BGU581.5

(ii A.D.), etc.; τὸ ἔ. usage, A.D.Synt.77.27; τὰ ἔ. customs, Ath.4.151e;

κατὰ τὰ ἔ. IG12(7).237.26

(Amorgos, i B. C.). Adv. -μως A.D. Pron.78.25.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έθιμος — ἔθιμος, ον (AM) [έθος] ο συνηθισμένος …   Dictionary of Greek

  • ἔθιμος — accustomed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθιμώτερον — ἔθιμος accustomed masc acc comp sg ἔθιμος accustomed neut nom/voc/acc comp sg ἔθιμος accustomed adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθίμως — ἔθιμος accustomed adverbial ἔθιμος accustomed masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔθιμον — ἔθιμος accustomed masc/fem acc sg ἔθιμος accustomed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθίμοις — ἔθιμος accustomed masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθίμοισιν — ἔθιμος accustomed masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθίμου — ἔθιμος accustomed masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθίμους — ἔθιμος accustomed masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθίμων — ἔθιμος accustomed masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθίμῳ — ἔθιμος accustomed masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.